Το Καρναβάλι της Νέδουσας
Το Καρναβάλι της Νέδουσας λαμβάνει χώρα, κάθε χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα, στο ομώνυμο καταπράσινο χωριό (που απέχει 19 χιλιόμετρα από την Καλαμάτα). Πρόκειται για ένα αυθεντικό αγροτικό δρώμενο ευετηρίας (ένα είδος «λαϊκού θεάτρου») το οποίο αποτελείται από μία σειρά πράξεων και έχει τις ρίζες του στην αρχαία Διονυσιακή λατρεία. Στο Καρναβάλι της Νέδουσας (γνωστό ως «Μουτζουροδευτέρα») δεν υπάρχουν διοργανωτές και θεατές με την κλασική έννοια και όλοι συμμετέχουν ισότιμα σε ένα έθιμο αιώνων που αντέχει στο πέρασμα του χρόνου. Καθ’ όλη την διάρκεια των δρώμενων ηχούν δύο παραδοσιακά όργανα, τα οποία προέρχονται από την αρχαιότητα: το τύμπανο από δέρματα ζώων και η καλαμένια φλογέρα («τσαφαράκι»), τα οποία ακολουθούν τον σκοπό, γνωστό ως «πατινάδα». Στην είσοδο του χωριού, οι επισκέπτες υποχρεούνται να βάψουν τα πρόσωπά τους με καπνιά φούρνου ή κάρβουνο για να διώξουν το κακό μάτι («μουντζούρωμα»), ενώ οι κάτοικοι (ντυμένοι με δέρματα ζώων και κουδούνες) ξεχύνονται στους δρόμους σε ένα ολοήμερο δρώμενο με έκδηλα τα στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας.
Πρωταρχικός σκοπός του αγροτικού καρναβαλιού της Νέδουσας είναι η εξασφάλιση της ευετηρίας, που σημαίνει «καλοχρονιά» (ευ+έτος), και της γονιμότητας, όχι μόνο των κατοίκων, αλλά και των ζώων και των κτημάτων του χωριού. Μάλιστα, οι κάτοικοι πιστεύουν πως αν δεν πραγματοποιηθεί μία χρονιά το καρναβάλι, «θα είναι κακό για το χωριό». Δρώμενα ευετηρίας ονομάζονται αυτά που γίνονται στις αρχές Μαρτίου, μιας και μέχρι το 152 π.Χ. η αρχή του Μαρτίου ήταν και η αρχή του έτους των δέκα μηνών. Ακολουθεί ο «Αγερμός», η επίσκεψη, δηλαδή του θιάσου σε όλα τα σπίτια του χωριού για την ανταλλαγή ευχών και την συλλογή φαγητών (φασολάδα, χαλβάς, λαγάνα, ελιές) που θα φαγωθούν αργότερα σε ομαδικό γεύμα. Περνώντας από την πλατεία, οι τραγόμορφοι μεταμφιεσμένοι επιδίδονται σε εικονικές μάχες με την συνοδεία των ήχων από τα κουδούνια.
Τα δρώμενα που απαρτίζουν το αγροτικό καρναβάλι ακολουθούν τρεις πράξεις: το «Όργωμα-Σπορά», ο «Γάμος» και ο «Θάνατος-Κηδεία-Ανάσταση». Η κατανυκτικότερη στιγμή της ημέρας είναι η «Αροτρίαση», όπου το παμπάλαιο αλέτρι «οργώνει» τρεις φορές κυκλικά την πλατεία του χωριού (αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού) ενώ ο θίασος σπέρνει σπόρους και τους θάβει. Ο «Γάμος», κανονικός στην πομπή, προκαλεί άφθονο γέλιο, μιας και τα κύρια πρόσωπα είναι άντρες ντυμένοι γυναίκες. Οι ευχές όλων προς τους «νεόνυμφους» είναι για καλή τεκνοποιία, για αυτό και μόλις ολοκληρωθεί η τελετή του γάμου, το «αντρόγυνο» αρχίζει αμέσως τις προσπάθειες πάνω στην «οργωμένη τρεις φορές» από την αροτρίαση γη. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί η περιγραφή παρόμοιας πράξης από τον επικό ποιητή Ησίοδο, 2.700 χρόνια πριν:
«η Δήμητρα τον Πλούτο γέννησε
η θεϊκότατη θεά
με τον ήρωα Ιάσιο σμίγοντας
σε γλυκιά αγάπη
πάνω σε τρισαλέτριστο χωράφι...»
Η τρίτη πράξη (αυτή του «Θανάτου-Κηδείας-Ανάστασης») αρχίζει με την μεταφορά του «νεκρού» μεσα σε αυτοσχέδιο φέρετρο που το αποθέτουν στη μέση της πλατείας. Ο νεκρός είναι πάντοτε ένας νέος άντρας που φονεύεται «για να μην πεθάνει από γεροντική αδυναμία» συνοδευόμενος από σπαρακτικά «μοιρολόγια». Σε όλη αυτή την διαδικασία υπόκειται, φυσικά, η πανάρχαια πίστη στον «ενιαυτό δαίμονα», δηλαδή στη βλάστηση, που, επίσης, πεθαίνει και ξαναγεννιέται μία φορά τον χρόνο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ο δαίμονας της γονιμότητας και της προσωποποίησης του χρόνου. Λίγο αργότερα, σειρά έχει η «Ανάσταση» του «νεκρού», μετά τις συνεχείς παραινέσεις των παρευρισκομένων, όπου εκδηλώνεται με χαρούμενο χορό που συμβολίζει την ανάσταση της φύσης και τον ερχομό της άνοιξης. Καθ’όλη την διάρκεια του δρωμένου, η αισχρολογία και οι απεικονίσεις γεννητικών οργάνων είναι τα κυρίαρχα στοιχεία, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλες τις εορτές που αποσκοπούν στην γέννεση ανθρώπων και καρπών.
Τέλος, χαρακτηριστικό είναι το σημείωμα του Γ. Αικατερινίδη (Δρ. Λαογραφίας και τέως Διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών) σχετικά με την αξία του δρωμένου: «Με το Καρναβάλι της Νέδουσας διευρύνεται και πλουτίζεται ο οικείος χάρτης των δρωμένων, που μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνείες των συναφών εκδηλώσεων, οι οποίες συμπληρώνουν τις ήδη γνωστές ή και που μπορούν να αναθεωρήσουν τις μέχρι σήμερα κρατούσες, όσον αφορά π.χ. την αρχική καταγωγή και την εν συνεχεία διάδοσή τους στον ελληνικό ιστορικό χώρο».

